ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ,
ΤΑ ΥΒΡΙΣΤΙΚ
Α
ΟΠ
ΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ. ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Διαβάστε το καινούργιο άρθρο μας «Τι περιλαμβάνει η «Μεσοβδόμαδη Συνάθροιση» των Μαρτύρων του Ιεχωβά»…...Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που αναδείξατε τον "Αντιαιρετικό" σε πεδίο ελεύθερης έκφρασης και διαλόγου. Ήδη τα σχόλια ξεπέρασαν τις 18.000!!!...ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

16 Απρ 2017

Η ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ



Του Άντον Τσέχωφ


Πιστεύουμε πως δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από το να τιμηθεί η σημερινή μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, με ένα Πασχαλινό διήγημα. Έτσι επιλέξαμε και σας παρουσιάζουμε το διήγημα Η νύχτα του Πάσχα του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα και θεατράνθρωπου Άντον Πάβλοβιτς Τσέχωφ (1860 – 1904). Περιέχεται στο συλλογικό τόμο Χαρμολύπη των εκδόσεων Ακρίτας, Β΄ Έκδοση, ο οποίος περιλαμβάνει κλασσικά διηγήματα μεγάλων συγγραφέων Ελλήνων και Ξένων τηςκαθημάς ανατολής”. Την επιμέλεια έχει κάνει ο π. Αθηναγόρας Δικαιάκος και την εικονογράφηση ο Κώστας Ρασιάς. Έχει κρατηθεί η ορθογραφία και η σύνταξη του πρωτότυπου κειμένου, με τη μόνη διαφορά πως χρησιμοποιούμε το μονοτονικό σύστημα. Σας αφήνουμε να το απολαύσετε και σας ευχόμαστε ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ...

Ακολουθεί το διήγημα

Βρισκόμουν στις όχθες του Γκόλτβα, και περίμενα τη βάρκα. Συνήθως, ο Γκόλτβα είναι ένα ποτάμι μικρό, σιωπηλό και ονειροπόλο, που γυαλίζει ντροπαλά, ανάμεσα σε πυκνές καλαμιές, αλλά τότε, απλωνόταν μπροστά μου σαν μια αληθινή λίμνη. Τα ανοιξιάτικα νερά φουσκωμένα είχαν καβαλήσει τις δύο όχθες, είχαν πλημμυρίσει την παραποτάμια γη σε μιαν έκταση μεγάλη, σκεπάζοντας λαχανόκηπους, χωράφια, βάλτους, τόπο πολύ που δεν ήταν σπάνιο να βλέπει κανείς ν’ ανυψώνονται από τα νερά λεύκες και απομονωμένα θάμνα, όμοια, μέσα στα σκοτάδια, με αυστηρούς βράχους.
Ο καιρός μου φαινόταν θαυμάσιος. Ήταν σκοτεινά, αλλά παρ’ όλ’ αυτά έβλεπα τα δέντρα, το νερό, τους ανθρώπους … Ο κόσμος ήταν φωτισμένος από τα άστρα, σπαρμένα πυκνά, εκατομμύρια σ’ όλο τον ουρανό. Δε θυμάμαι ποτέ να είχα δει τόσα άστρα. Κυριολεκτικά δε θα έβρισκε κανείς τόπο ν’ ακουμπήσει το δάχτυλό του. Υπήρχαν άστρα μεγάλα σαν αυγό πάπιας και μικρούλια σα σπόροι καναβιού … Γι’ αυτή την τελετή είχαν βγει όλα στον ουρανό, όλα ως το τελευταίο, από το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, πλυμμένα, καθαρά, λαμπερά και όλα να τρέμουν σιωπηλά μ’ όλες τους τις φωτιές. Ο ουρανός αντανακλούσε μέσα στο νερό. Τ’ άστρα βυθίζονται μέσα στα σκοτεινά βάθη του και τρεμουλιάζουν με τις ρυτίδες του ποταμιού. Ο αέρας ήταν χλιαρός, γαλήνιος … Μακριά, στην απέναντι όχθη, οι φωτιές έσπερναν στην τύχη μέσα στ’ αδιαπέραστα σκοτάδια τις ολοκόκκινες φλόγες τους … Δυο βήματα από μένα ζωγραφιζόταν το σκοτεινό ανάστημα ενός χωρικού, που φορούσε ένα καπέλο με ψηλό τεπέ, και κρατούσε στο χέρι ένα μεγάλο ροζιασμένο μπαστούνι.
– Είναι ώρα που δεν ήλθε η βάρκα! είπα.
– Έπρεπε να είναι εδώ, απάντησε η σκιά.
– Την περιμένεις και εσύ;
– Όχι, ήλθα έτσι … χασμουρήθηκε ο χωρικός. Περιμένω τη «φωταγώγηση», θα πήγαινα ασφαλώς, αλλά τ’ ομολογώ, δεν έχω πέντε καπίκια για τη βάρκα.
– Θα σου τα δώσω.
– Όχι, σ’ ευχαριστώ … Σε λίγο, μ’ αυτά τα χρήματα, θ’ ανάψεις στο μοναστήρι ένα κερί για μένα … Θα είναι πιο καλό έτσι, και θα μείνω εδώ. Μα, για λέγε, γιατί δεν ήλθε ακόμα η βάρκα … θα έλεγε κανείς πως βούλιαξε!
Πλησίασε το νερό, έπιασε το παλαμάρι και άρχισε να φωνάζει:
– Ιερώνυμε! Ιερώνυμε!
Σα για απάντηση στο κάλεσμά του, από την άλλη όχθη ήλθε ο βαρύς ήχος μεγάλης καμπάνας. Ο ήχος ήταν πυκνός, όμοιος με την πιο μεγάλη χορδή ενός βαρύαυλου, θα έλεγε κανείς με την τραχιά φωνή αυτών των ίδιων των σκοταδιών. Αυτή τη στιγμή, ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Κύλησε μέσα στα σκοτεινά και πήγε να πεθάνει κάπου, μακριά πίσω μου. Ο χωρικός έβγαλε το καπέλο του και σταυροκοπήθηκε.
– Χριστός Ανέστη! είπε.
Τα κύματα του πρώτου χτύπου της καμπάνας δεν είχαν ακόμα τον καιρό να σταματήσουν μέσα στους αιθέρες όταν ένας άλλος χτύπος ακούστηκε, και μετά ένας τρίτος, και τα σκοτάδια γέμισαν μ’ έναν ήχο παλλόμενο και συνεχή. Πολυάριθμα φώτα άναψαν γύρω από τις φωτιές και, όλα μαζί, ξεκίνησαν μ’ ένα ανήσυχο λαμπύρισμα. 
– Ιερώνυμε! φώναξε μια φωνή συρτή και μουντή.
– Φωνάζουν, από την άλλη μεριά, είπε ο χωρικός. Πράμα που σημαίνει ότι η βάρκα δε βρίσκεται εκεί. Ο Ιερώνυμός μας αποκοιμήθηκε.
Οι φωτιές και ο βελούδινος ήχος της καμπάνας μας καλούσαν … Άρχισα να χάνω την υπομονή μου και να συγκινούμαι όταν αντιλήφθηκα επί τέλους στα σκοτάδια πέρα μια σκιά που έμοιαζε πολύ με μια κρεμάλα. Ήταν η βάρκα που τόσο πολύ αργούσε. Μετακινούνταν τόσο σιγανά που, χωρίς βαθμιαία ακρίβεια του περιγράμματός της, θα μπορούσε να νομίσει κανείς ότι έμενε στο ίδιο μέρος ή ότι κατευθυνόταν στο αντίθετο μέρος.
– Γρήγορα! Ιερώνυμε! φώναξε ο χωρικός μου. Ένας κύριος περιμένει εδώ!
Η βάρκα γλίστρησε προς την όχθη, κουνήθηκε και σταμάτησε τρίζοντας. Ένα μεγάλο παλικάρι στεκόταν κει όρθιο, γαντζωμένο στο παλαμάρι, ντυμένο μ’ ένα ράσο και καπελωμένο μ’ έναν τρίγωνο σκούφο. 
– Γιατί άργησες τόσο; ρώτησα πηδώντας μέσα στην βάρκα.
– Συγχωρέστε με, για την αγάπη του Χριστού, απάντησε σιγαλά. Δεν είναι άλλος κανένας;
– Κανένας …
Άδραξε το παλαμάρι με τα δυο του χέρια, έσκυψε κουλουριαστά, βόγγησε στην προσπάθεια. Η βάρκα έτριξε, κουνήθηκε. Η σκιά του χωρικού με το ψηλό καπέλο άρχισε ν’ απομακρύνεται σιγά, η βάρκα είχε φύγει. Ο Ιερώνυμος ανορθώθηκε σβέλτα και δε χρησιμοποίησε παρά το ένα χέρι. Σωπαίναμε και κοιτάζαμε την απέναντι όχθη. Εκεί οι «φωταγωγήσεις» που περίμενε ο χωρικός είχαν κιόλας αρχίσει. Βαρέλια ρετσινιού έκαιγαν στην παραλία σε πελώριες φωτιές. Οι πορφυρές αντανακλάσεις τους σαν το φεγγάρι που ανεβαίνει, γλιστρούσαν κι ανταμώνονταν σε μακριές και πλατιές λουρίδες. Οι φωτιές φώτιζαν τον καπνό τους και μεγάλες σκιές που διακρίνονταν μερικές στιγμές τριγύρω τους. Αλλά πιο μακριά και πίσω, ήταν από τη μεριά που χανόταν ο βελούδινος ήχος, πάντα η ίδια πυκνή και σκοτεινή ομίχλη. Ξαφνικά, μια χρυσή κορδέλα ξέσχισε τα σκοτάδια και μια ρουκέτα ανέβηκε στριφογυρνώντας στον ουρανό. Έτρεξε διαγράφοντας ένα τόξο και, σα να χτύπησε στον ουράνιο θόλο, ξεχύθηκε σε σπινθήρες που τριζοβολούσαν. Ένας θόρυβος από την όχθη ξέφυγε, ένα μακρινό ζήτω.   
– Τι ωραία που είναι! είπα.
– Πιο ωραία απ’ ότι μπορεί να ειπωθεί! Αναστέναξε ο Ιερώνυμος. Τι νύχτα, κύριε! Σ’ άλλους καιρούς δεν προσέχει κανείς μια ρουκέτα, αλλά σήμερα το πιο μάταιο αντικείμενο δίνει χαρά. Αλλά σεις ο ίδιος, από πού έρχεσθε;
Του το είπα.
– Ε! ναι … σήμερα ημέρα χαράς, συνέχισε ο Ιερώνυμος με μια χαμηλή φωνή τενόρου, ασθενική σαν αναστεναγμός ανθρώπου που βρίσκεται σε ανάρρωση. Όλα είναι χαρούμενα στον ουρανό, στη γη, στην κόλαση. Όλη η κτίση γιορτάζει. Πέστε μου όμως, καλέ μου κύριε, γιατί ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ξεχάσει τις θλίψεις του ακόμα και μέσα σε μια μεγάλη χαρά;
Νόμισα ότι αυτή η αναπάντεχη ερώτηση με προκαλούσε σε μια από αυτές τις συζητήσεις τις οικοδομητικές κι ατέλειωτες που αγαπούν οι ξεμοναχιασμένοι μέσα στην απραγία και τη βαρυεστημάρα τους.
Δεν ήμουν διατεθειμένος να μιλήσω πολύ, και έτσι ρώτησα μονάχα:
– Τι θλίψεις έχετε, πατέρα μου;
– Συνήθως κοινές θλίψεις σε όλους τους ανθρώπους, εξοχώτατε, καλέ μου κύριε, αλλά σήμερα συνέβηκε στο μοναστήρι μια ιδιαίτερη θλίψη: κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, τη στιγμή της παράκλησης ο Νικόλαος πέθανε.
– Τι τα θέλετε, είναι το θέλημα του Θεού! είπα μιμούμενος το μοναστικό τόνο. Όλοι πρέπει να πεθάνουμε. Μου φαίνεται ότι θα έπρεπε μάλιστα να χαρείτε … Λένε πως όποιος πεθάνει την παραμονή ή το Πάσχα, κερδίζει αμέσως τη βασιλεία των ουρανών.
– Είναι αλήθεια.
Σωπάσαμε. Η σκιά του χωρικού με το καπέλο με ψηλό τεπέ πνιγόταν μέσα στο περίγραμμα της όχθης. Τα βαρέλια με το ρετσίνι φεγγοβολούσαν όλο και πιο έντονα.
– Και οι Γραφές αποδείχνουν καθαρά τη ματαιότητα της λύπης, όπως επίσης και του στοχασμού, είπε ο Ιερώνυμος, κόβοντας τη σιωπή, αλλά γιατί η ψυχή υποφέρει και δε θέλει να υπακούσει στη φωνή της λογικής; Γιατί έχει κανείς όρεξη να χύσει πικρά δάκρυα;
Σήκωσε τους ώμους, στράφηκε προς εμένα και είπε γρήγορα:
– Να πεθάνω, εγώ ή ένας άλλος, κανένας ίσως δε θα το είχε παρατηρήσει, αλλά είναι ο Νικόλαος που πέθανε! Ο Νικόλαος και κανένας άλλος! Είναι μάλιστα δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι δεν είναι πια του κόσμου τούτου! Είμαι εδώ, μέσα σ’ αυτή τη βάρκα, και μου φαίνεται ότι θα τον ακούσω να φωνάζει για να μη φοβάμαι να περάσω τον ποταμό. Κατέβαινε πάντοτε στην όχθη και με καλούσε. Σηκωνόταν μόνο και μόνο γι’ αυτό μέσα στη νύχτα. Η άγια ψυχή! Θεέ μου, πόσο καλός και πονετικός ήταν! Κανένας δεν έχει μητέρα τόσο στοργική όσο ήταν αυτός για μένα! Ο Θεός να λυπηθεί την ψυχή του! 
Άδραξε το παλαμάρι, αλλά στράφηκε ξανά προς το μέρος μου.
– Και αν ξέρετε, εξοχώτατε, τι φωτεινό πνεύμα είχε! συνέχισε με τραγουδιστή φωνή. Τι γλώσσα γλυκιά και μελωδική! Έτσι ακριβώς θα ψάλλουν στον Όρθρο: «ω φωνή αρμονική και γλυκιά!» Πλάι σ’ όλες τις άλλες ανθρώπινες αρετές είχε ένα εξαιρετικό δώρο!
– Ποιο; ρώτησα.
Ο μοναχός μ’ αγκάλιασε με το βλέμμα και σα να ήταν βέβαιος πως μπορούσε να μου εμπιστευτεί ένα μυστικό, άρχισε να γελά χαρούμενα.
– Είχε το δώρο να γράφει ακάθιστους είπε. Ένα θαύμα, κύριε, απλούστατα! Θα εκπλαγείτε αν σας εξηγήσω τούτο! Ο αρχιμανδρίτης μας είναι από τη Μόσχα, ο πρωθιερέας του έκανε τις σπουδές τους στην Ακαδημία του Καζάν. Υπάρχουν εδώ έξυπνοι γέροντες, αλλά πράγμα εκπληκτικό, κανένας που να γνωρίζει να τα γράφει, και ο Νικόλαος, αυτός, ένας απλός μοναχός που δεν είχε σπουδάσει και που δεν του φαινόταν, έγραφε τέτοιους αυτός! Ένα θαύμα! Ένα αληθινό θαύμα!
Χτύπησε τα χέρια του και, χωρίς πια να σκοτιστεί για το παλαμάρι, συνέχισε με πάθος:
– Ο πρωθιερέας μας χύνει αίμα και νερό για να συνθέσει τα κηρύγματά του, και όταν έγραψε την ιστορία του μοναστηριού τάραξε όλη την αδελφότητα και πήγε δέκα φορές στην πόλη, ενώ ο Νικόλαος έγραφε ακάθιστους! Ακάθιστους! Και είναι άλλο πράγμα παρά κηρύγματα και ιστορία!
– Είναι δύσκολο, να γράψει κανείς ακάθιστους; ρώτησα.
– Πολύ δύσκολο, είπε ο Ιερώνυμος, κουνώντας το κεφάλι. Ακόμα και οι σοφοί και άγιοι δεν μπορούν αν ο Θεός δεν τους έδωσε τη δωρεά. Οι αμαθείς μοναχοί φαντάζονται ότι αρκεί να γνωρίζει κανείς τη ζωή του αγίου για τον οποίο τον γράφει και να εμπνέεται από τους άλλους ακάθιστους. Αλλά δεν είναι αλήθεια, κύριε. Βέβαια, είναι απαραίτητο να γνωρίζει κανείς αυτή τη ζωή όσο το δυνατό καλύτερα, με τις πιο μικρές της λεπτομέρειες. Και πρέπει ν’ αναφερθεί κανείς στους άλλους ακάθιστους για να ξέρει πως θ’ αρχίσει και τι θα πει. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Ο πρώτος αρχίζει πάντα από τη λέξη «εκλεκτός» … Μετά, πρέπει πάντα ν’ αρχίσεις τον κανόνα με τη λέξη «άγγελος». Ο ακάθιστος στη δόξα του γλυκέος Ιησού, αν αυτό σας ενδιαφέρει, αρχίζει πάντα έτσι: «Άγγελος Δημιουργός και Κύριος των ουρανίων δυνάμεων», εκείνος της Παναγίας Θεοτόκου πάντοτε με το «άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη» και εκείνος του Νικολάου του θαυματουργού «Άγγελος στο πρόσωπο, αλλά γήινο πλάσμα», κ.λπ. Παντού ξαναβρίσκει κανείς τη λέξη «άγγελος» για ν’ αρχίσει. Ασφαλώς δεν μπορεί να το κάνει κανείς χωρίς να εμπνευσθεί από τους άλλους ακάθιστους, όμως το ουσιώδες δεν βρίσκεται μέσα στη ζωή του αγίου ούτε στη συμμόρφωση προς το πρόσωπο, αλλά μέσα στην ωραιότητα και την αρμονία. Πρέπει όλα να είναι αρμονικά, σύντομα και όμως πλήρη. Πρέπει όλα μέσα σε κάθε στίχο να είναι γλυκύτητα, χάρη, τρυφερότητα … να μη βρίσκεται εκεί καμιά λέξη άχαρη, τραχιά ή ακατάλληλη. Πρέπει να γράφει κανείς κατά τέτοιο τρόπο ώστε αυτός που προσεύχεται να ευφραίνεται ολόκαρδα και να χύνει δάκρυα, το πνεύμα του να φρικιάσει και να έλθει σε ανάταση. Μέσα στον ακάθιστο της Παναγίας λέγεται: «ευφραίνου, ω μεγαλείο που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να φτάσει, ω βάθος που τα μάτια των ίδιων των αγγέλων δεν μπορούν να θεωρήσουν». Και μέσα σ’ ένα άλλο χωρίο λέγεται: «ευφραίνου δένδρο με ολόφωτους καρπούς που τρέφονται οι πιστοί, ευφραίνου, δένδρο με φύλλωμα που η φιλάνθρωπη σκιά του σκεπάζει το πλήθος!»
Ο Ιερώνυμος έκρυψε το πρόσωπο μέσα στα χέρια του σα να φοβήθηκε ή ντράπηκε, και κούνησε το κεφάλι.
– Δένδρο με ολόφωτους καρπούς … δένδρο με τη φιλάνθρωπη σκιά … μουρμούριζε. Έβρισκε λέξεις! Ο Θεός του είχε δώσει ένα τέτοιο δώρο! Για να φτάσει στη συντομία, ήξερε να συγκεντρώνει πολλές λέξεις και σκέψεις σε μια μόνη, τόσο αρμονική, τόσο πλήρη …
«Πυρσέ που μοιράζεις το φως στους ζωντανούς», λέγεται στον ακάθιστο του γλυκέος Ιησού. «Πάροχος» φωτός! Μια λέξη τέτοια δεν υπάρχει μέσα στη κουβέντα, ούτε μέσα στα βιβλία, και ασφαλώς την εφεύρε! Μαζί με την αρμονία, με την ευγλωττία, κύριε, πρέπει κάθε γραμμή να είναι στολισμένη μ’ όλα τα πράγματα, να υπάρχουν τα άνθη, η αστραπή, ο άνεμος, ο ήλιος, όλα τ’ αντικείμενα του αισθητού κόσμου. Κάθε επίκληση πρέπει να συντίθεται κατά τρόπο που να είναι αρμονική και γλυκιά στο αυτί. «Ευφραίνου κρίνο των ουρανίων κήπων!» λέγεται μέσα στον ακάθιστο του Νικολάου του θαυματουργού. Δε λέγεται απλούστατα «κρίνο του παραδείσου» αλλά «κρίνο των ουρανίων κήπων»! Είναι πιο λυγερό και είναι ευχάριστο στο αυτί! Ιδού πως έγραφε ο Νικόλαος! Ακριβώς έτσι! Δεν μπορώ ούτε να εκφράσω πως έγραφε!
– Ναι, στην περίπτωση αυτή, είναι πολύ λυπηρό που πέθανε, είπα, αλλά, πάτερ μου, προχωρήστε τη βάρκα, αλλιώς θ’ αργήσουμε …
Ο Ιερώνυμος συνήλθε κι έτρεξε στο παλαμάρι. Στην όχθη όλες οι καμπάνες είχαν βαλθεί να χτυπάνε. Ασφαλώς, κοντά στο μοναστήρι, η λιτανεία θα είχε ξεκινήσει κιόλας, γιατί όλος ο σκοτεινός χώρος πίσω από τα βαρέλια του ρετσινιού ήταν κατάστιχτος από φωτιές που βάδιζαν.  
– Ο Νικόλαος τύπωνε τους ακαθίστους του; Ρώτησα τον Ιερώνυμο.
– Που να τους τυπώσει; αναστέναξε. Θα φαινόταν μάλιστα περίεργο. Προς τι; Κανείς στο μοναστήρι δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτούς. Δεν τους αγαπούνε. Το ξέρανε πως ο Νικόλαος τους έγραφε, αλλά κανένας δεν το πρόσεχε. Στις μέρες μας, κανένας δεν προσέχει τα καινούργια γραπτά!
– Γιατί τότε έγραφε;
– Έτσι, κυρίως για δική του παρηγοριά. Ήμουν ο μόνος από όλο το κοινόβιο που τους διάβαζε. Πήγαινα σ’ αυτόν κρυφά, για να μη με δουν οι άλλοι, και ήταν ευτυχής για το ενδιαφέρον μου. Με φιλούσε, μου χάιδευε το κεφάλι, μου έλεγε γλυκά λογάκια, σα να ήμουν ένα παιδί. Έκλεινε τη πόρτα του κελλιού του, με κάθιζε κοντά του κι έπιανε το διάβασμα …
Ο Ιερώνυμος άφησε το παλαμάρι και με πλησίασε:
– Ήμασταν σαν δυο φίλοι, είπε μ’ ένα ψίθυρο κοιτάζοντάς με μέ γυαλιστερά μάτια. Τον ακολουθούσα παντού. Χωρίς εμένα ήταν λυπημένος. Μ’ αγαπούσε περισσότερο απ’ όλους τους άλλους, και όλα αυτά γιατί οι ακάθιστοί του μ’ έκαναν να κλαίω. Οι αναμνήσεις συγκινούν την ψυχή! Τώρα, είμαι σαν ένα ορφανό ή σα μια χήρα. Ξέρετε, στο μοναστήρι όλος ο κόσμος είναι καλός, συμπαθητικός, ευσεβής, αλλά … χωρίς γλυκύτητα και λεπτότητα, εντελώς σαν άνθρωποι χαμηλού κοινωνικού επιπέδου. Μιλούν όλοι δυνατά, όταν περπατούν βροντούν τα πόδια, κάνουν θόρυβο, βήχουν, και ο Νικόλαος μιλούσε πάντα σιγά, με στοργή, και όταν έβλεπε κάποιον να κοιμάται ή να προσεύχεται, περνούσε δίπλα του χωρίς να ταράζει τη σιωπή περισσότερο από ένα κουνούπι. Το πρόσωπό του ήταν τρυφερό και πονετικό …  
Ο Ιερώνυμος ανάσανε βαθιά και άδραξε το παλαμάρι. Πλησιάζαμε στην όχθη. Βγαίναμε ολόισια από τα σκοτάδια και τη σιωπή των νερών για να μπούμε σιγά – σιγά μέσα σε μια μαγεμένη περιοχή, γεμάτη ασφυκτικό καπνό, φώτα που σπιθοβολούσαν και θορύβους. Έβλεπε κανείς καθαρά τους ανθρώπους να κινούνται γύρω από τα βαρέλια με το ρετσίνι. Οι κινούμενες φλόγες τους έκαναν κόκκινα τα πρόσωπα κι έδιναν στις σκιές τους μια σχεδόν φανταστική περπατησιά. Καμιά φορά αλογοκεφαλές εμφανίζονταν ανάμεσα στα κεφάλια ακίνητες, σαν χυμένες σε χαλκό.   
– Θα ψάλουν σε λίγο τον πασχαλινό κανόνα … είπε ο Ιερώνυμος. Αλλά ο Νικόλαος δεν υπάρχει πια, και δεν υπάρχει πια κανένας για να εισδύσει στην ομορφιά …
Δεν υπήρχε τίποτε γι’ αυτόν πιο ωραίο μέσα στις Γραφές. Εμβάθυνε στην κάθε λέξη. Όταν θα είστε, κύριε, παρακολουθήστε προσεκτικά αυτό που ψέλνουν: σας κόβει την ανάσα.
– Και σεις, δε θα πάτε στην εκκλησία; 
– Δεν μπορώ … πρέπει ν’ απασχοληθώ με τη βάρκα …
– Δεν θα σας αντικαταστήσουν;
– Δεν το ξέρω … έπρεπε να το είχαν κάνει κατά τις οκτώ, αλλά, βλέπετε, δε με αντικαθιστούν!.. Όμως, τ’ ομολογώ, θα ήθελα πολύ να πάω στην εκκλησία …
– Είστε μοναχός;
– Ναι … δηλαδή δόκιμος.
Η βάρκα άραξε στην όχθη και σταμάτησε. Γλίστρησα στον Ιερώνυμο ένα νόμισμα των πέντε καπικιών για τη διάβασή μου και πήδησα στο στέρεο έδαφος. Την ίδια στιγμή ένα κάρο που κουβαλούσε ένα παιδάκι και μια γυναίκα κοιμισμένη, κύλισε μέσα στη βάρκα τρίζοντας. Ελαφρά χρωματισμένος από τις φλόγες, ο Ιερώνυμος τράβηξε με δύναμη πάνω στο παλαμάρι, έσκυψε και το πλοίο μπήκε σε κίνηση.
Έκανα μερικά βήματα μέσα στη λάσπη, αλλά για να συνεχίσω αναγκάστηκα ν’ ακολουθήσω ένα μονοπάτι με μαλακό φρεσκοπατημένο έδαφος. Μέσ’ από σύννεφο καπνού, ένα πλήθος ακατάστατο ανθρώπων, ξεζευγμένων αλόγων, σας οδηγούσαν ως την πόρτα του μοναστηριού, όμοια με την είσοδο ενός βάραθρου. Δεν ήταν παρά τριξίματα, χρεμετίσματα, γέλια, ενώ χόρευε το κόκκινο φως και οι κυματιστές σκιές του καπνού … Ένα πραγματικό χάος! Και μέσα σ’ αυτό το συρφετό έβρισκαν ακόμη θέση για να γεμίσουν ένα μικρό κανόνι και να πουλάν κουλούρια. Από την άλλη μεριά των τοίχων, μέσα στον περίβολο, υπήρχε λιγότερο πήγαιν – έλα, αλλά παρατηρούσε κανείς περισσότερη σοβαρότητα, περισσότερη τάξη. Υπήρχε στον αέρα μια μυρωδιά σπάρτου και λιβανιού. Μιλούσαν δυνατά, αλλά δεν άκουγε κανείς ούτε γέλια ούτε χρεμετίσματα. Γύρω από τα μνημεία των νεκρών και τους σταυρούς, άνθρωποι στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, βαστούσαν πασχαλινά γλυκίσματα, δέματα από ρούχα. Ένας μεγάλος αριθμός απ’ αυτούς είχαν έλθει από μακρυά για να ευλογήσουν τα γλυκά τους και ήσαν πολύ κουρασμένοι. Πάνω στο σιδερένιο πλακόστρωτο που χαρασσόταν σε λουρίδες από την είσοδο του μοναστηριού ως τη θύρα της εκκλησίας, νέοι δόκιμοι, πολυάσχολοι, έτρεχαν βροντώντας τις μπότες τους. Έκαναν θόρυβο και φώναζαν ακόμα και στο καμπαναριό.
«Τι ταραγμένη νύχτα! σκέφτηκα. Είναι καταπληκτική!»
Είχε κανείς κέφι να δει όλη αυτή την ταραχή, όλη αυτή την αγρύπνια με τη συμμετοχή όλης της φύσης, αρχίζοντας από τα σκοτάδια της νύχτας, και τελειώνοντας με τις πλάκες, τους σταυρούς των νεκρών, τα δένδρα κάτω από όπου περιδιαβάζουμε. Αλλά πουθενά αλλού η ταραχή και ο θόρυβος δεν ήταν τόσο δυνατοί όπως μέσα στην εκκλησία. Γινόταν κοντά στη θύρα μια μέχρι θανάτου μάχη ανάμεσα στην άμπωτη και την παλίρροια. Άλλοι έμπαιναν, άλλοι έβγαιναν για να επιστρέψουν γρήγορα, να σταματήσουν μια στιγμή και να ξεκινήσουν πάλι. Οι άνθρωποι γλιστρούσαν από το ένα στ’ άλλο μέρος, περιπλανιούνταν σα να γύρευαν κάτι. Το κύμα σχηματιζόταν στην είσοδο και περιέβρεχε όλη την εκκλησία, φτάνοντας ακόμη και στις πρώτες σειρές όπου στέκονταν πρόσωπα σημαντικά και σοβαρά. Δε γινόταν λόγος για προσευχή. Δεν προσεύχονταν, αλλά είχαν παραδοθεί σε μια παιδική άφραστη χαρά, που γύρευε αφορμή να ξεσπάσει και να συγχωνευτεί μέσα σ’ ένα αδιάντροπο περιδιάβασμα ή μέσα στην οχλαγωγία. Η ίδια εξαιρετική αστάθεια, σ’ εντυπωσίαζε κατά την τέλεση της ακολουθίας του Πάσχα. Οι πόρτες του τέμπλου ήταν ορθάνοιχτες, καθώς και όλων των παρεκκλησίων, ο αέρας ήταν φορτωμένος με βαριά σύννεφα θυμιάματος, παντού όπου έστρεφε κανείς το βλέμμα του, δεν ήταν παρά φωτεινό, λαμπρότητα, τσιρίγματα των κεριών … Δεν διάβαζαν κανένα ανάγνωσμα˙ ένας γοργός χαρωπός ψαλμός ξεχυνόταν ύστερ’ από κάθε ύμνο, τη στιγμή του κανόνος ο κλήρος άλλαζε το φελόνι έβγαινε με το θυμιατό, και τούτο, κάθε δέκα λεφτά.
Δεν είχα βρει ακόμα καιρό να πιάσω μια θέση όταν ένα κύμα ξέσπασε πάνω μου και μ’ έσπρωξε προς τα πίσω. Ένας μεγάλος διάκος σωματώδης πέρασε από μπροστά μου κρατώντας μια μεγάλη κόκκινη λαμπάδα. Πίσω του έσπευδε ένας γέρος αρχιμανδρίτης με μαλλιά που ασπροβολούσαν κάτω από την αστράφτουσα μίτρα, μ’ ένα θυμιατό στο χέρι. Όταν χάθηκαν, ο όχλος με ξανάρριξε πάλι στη θέση που κάτεχα πριν. Αλλά δεν είχαν περάσει καμιά δεκαριά λεφτά κι ένα νέο κύμα ξέσπασε, ο διάκος ξαναφάνηκε. Τούτη τη φορά, τον ακολουθούσε ο πρωθιερέας, εκείνος ακριβώς που κατά τον Ιερώνυμο, είχε γράψει την ιστορία του μοναστηριού.
Πνιγμένος μέσα στο πλήθος και μετέχοντας στη γενική χαρούμενη ταραχή, αισθανόμουν ένα ανυπόφορο πόνο στη σκέψη του Ιερώνυμου. Γιατί δεν τον αντικαθιστούσαν; Γιατί δεν έδιναν τη φροντίδα της βάρκας σε κάποιον λιγότερο ευαίσθητο και λιγότερο εντυπωσιαζόμενο;
«Σήκωσε τα μάτια σου, ω βλέπε», έψελναν στο χορό, «γιατί τα παιδιά σου ήλθαν προς εσένα, σα δάδες φωτός, από δύση και βορρά, από θάλασσα, από ανατολή».
Κοίταξα τα πρόσωπα. Όλα είχαν την ίδια ζωηρή έκφραση θριάμβου, αλλά κανένας δεν άκουγε ούτε καταλάβαινε τι έψελναν. Κανένας δεν είχε «αρπαγμένη ψυχή». Γιατί δεν αντικαθιστούσαν τον Ιερώνυμο; Μπορούσα να τον φαντασθώ όρθιο, ταπεινά κάπου ακουμπισμένο σ’ ένα τοίχο, σκυμμένο για ν’ αδράξει άπληστα την ομορφιά της ιερής φράσης. Όλα όσα άφησαν χωρίς να τ’ ακούν αυτοί που τώρα σπρώχνονταν γύρω μου, θα είχαν ξεδιψάσει την ευαίσθητη ψυχή του, θα την είχαν μεθύσει ως την έκσταση ώσπου να του κόψουν την ανάσα και δε θα υπήρχε μέσα σ’ όλη την εκκλησία άνθρωπος πιο ευτυχής από αυτόν.
Τώρα περνούσε τη βάρκα από μιαν όχθη στην άλλη, ανάμεσα στο σκοτεινό ποτάμι, και θρηνούσε το θάνατο του συντρόφου και φίλου του.
Ένα κύμα ξέσπασε πίσω μου. Ένας καλόγερος, παχύς και χαμογελαστός, που ξεκούκιζε το κομποσχοίνι του κι έριχνε ματιές πίσω του, τρύπωσε κοντά μου, ανοίγοντας δρόμο σε μια κυρία με καπέλο και πανωφόρι βελούδινο. Πίσω από την κυρία έσπευδε ένας υπηρέτης του μοναστηριού κρατώντας μια καρέκλα πάνω από τα κεφάλια μας. Βγήκα. Είχα όρεξη να δω το Νικόλαο στο νεκροκρέβατό του, τον άγνωστο συγγραφέα των ακαθίστων. Πέρασα μπρος από τον περίβολο που στο μάκρος του ήσαν παραταγμένα μια σειρά κελλιά, έριξα ματιές μέσα από μερικά παράθυρα, και μη βρίσκοντας τίποτε, γύρισα πίσω. Ποιος ξέρει, βλέποντάς τον, θα είχα ίσως χάσει την εικόνα που ζωγραφίζει σήμερα η φαντασία μου γι’ αυτόν. Αυτόν τον εράσμιο άνθρωπο που αγαπούσε την ποίηση κι έβγαινε τη νύχτα για να φωνάξει τον Ιερώνυμο, που έσπερνε μ’ άνθη, άστρα, ακτίνες ήλιου όλους τους ακαθίστους του, που δεν είχε άξια εκτιμηθεί και ήταν μονήρης, τον φανταζόμουν ντροπαλό, ωχρό, με τρυφερά χαρακτηριστικά, ταπεινό και γεμάτο λύπη. Κοντά στη νοημοσύνη, θα έπρεπε να λάμπει μέσα στα μάτια του αυτό το χάδι, αυτή η παιδική έξαρση η δύσκολα συγκρατημένη που μου φάνηκε πως άκουσα μέσα στη φωνή του Ιερώνυμου όταν μου απάγγειλε χωρία των ακαθίστων του.
Η νύχτα ήταν μισοπεθαμένη όταν βγήκαμε από την εκκλησία. Η μέρα χάραζε. Τα άστρα είχαν σβήσει, ο ουρανός ήταν σκουρογάλανος και σκυθρωπός. Οι σιδερένιες πλάκες, τα μνήματα, οι βλαστοί των δένδρων όλα ήταν δροσολουσμένα. Αισθανόταν κανείς μέσα στον αέρα μια ζωηρή δροσιά. Η φασαρία που είχα παρατηρήσει τη νύχτα πίσω από τον περίβολο, είχε καταλαγιάσει. Τα άλογα και οι άνθρωποι φαίνονταν καταπονημένα, κοιμισμένα, μόλις κουνούσαν, και δεν έμεναν από τα βαρέλια με το ρετσίνι παρά σωροί από μαύρη στάχτη. Όταν είσαι κουρασμένος και έχεις κέφι να κοιμηθείς, πιστεύεις ότι η φύση έχει τις ίδιες διαθέσεις. Είχα την εντύπωση ότι τα δένδρα και τα τρυφερά χόρτα κοιμόνταν. Μου φαινόταν μάλιστα ότι οι καμπάνες δε χτυπούσαν τόσο δυνατά και τόσο χαρούμενα όπως μέσα στη νύχτα.
Η ταραχή είχε πάψει και δεν έμενε απ’ όλη αυτή τη διέγερση παρά μια θαυμάσια κούραση, μια δίψα για ύπνο και ζεστασιά.
Τώρα, μπορούσα να διακρίνω τον ποταμό και τις δυο όχθες του. Πάνω από τα νερά, ένας ελαφρός ατμός σχημάτιζε τόπους – τόπους σα λοφάκια. Μια κρύα πνοή ανέβαινε από το νερό. Όταν πήδησα μέσα στη βάρκα, είχε κιόλας φορτώσει μιαν άμαξα και καμιά εικοσαριά χωρικούς και γυναίκες. Το υγρό παλαμάρι που μου φαινόταν να κοιμάται μάκραινε πέρα μακριά ανάμεσα απ’ τον απέραντο ποταμό και εξαφανιζόταν κάπου – κάπου μέσα στην άσπρη ομίχλη.
– Χριστός ανέστη! Δεν υπάρχει πια κανένας; ρώτησε μια ήσυχη φωνή.        
Αναγνώρισα τη φωνή του Ιερώνυμου. Τα σκοτάδια της νύχτας δε μ’ εμπόδιζαν πια να εξετάσω το μοναχό. Ήταν ένας άντρας τριανταέξι περίπου χρόνων, ψηλός, με στενούς ώμους και ένα πρόσωπο με δυνατά και στρογγυλεμένα χαρακτηριστικά, μάτια μισανοιγμένα με το βλέμμα νωθρό, ένα μικρό γένι απεριποίητο και μυτερό. Είχε ύφος εξαιρετικά λυπημένο και κουρασμένο.
– Δεν σας αντικατέστησαν ακόμα; απόρησα.
– Εμένα; απάντησε στρέφοντας προς εμένα το πρόσωπό του, σημαδεμένο από το κρύο, σκεπασμένο από δρόσο, χαμογελώντας. Τώρα κανένας δε θα μ’ αντικαταστήσει πριν από το πρωί. Θα πάνε όλοι να κόψουν τη νηστεία στον αρχιμανδρίτη.
Με τη βοήθεια ενός μικρού χωρικού καπελωμένου μ’ ένα γούνινο σκούφο κόκκινο όμοιο με τα πανέρια που πουλούν το μέλι, ακούμπησε δυνατά πάνω στο παλαμάρι, έσκουξαν μαζί ένα «χάι» και η βάρκα ξεκίνησε.
Προχωρούσαμε σιγά σκίζοντας την ομίχλη που σηκωνόταν τεμπέλικα. Όλα σώπαιναν. Ο Ιερώνυμος μανουβράριζε μηχανικά μ’ ένα μονάχα χέρι. Στήριξε πάνω μας πολλή ώρα το βλέμμα του το ντροπαλό και θαμπό, μετά το σταμάτησε πάνω σε μια νέα εμπόρισσα με τριανταφυλλί πρόσωπο, με μαύρα φρύδια, όρθια κοντά μου και ζαρωμένη όλη μέσα στην ομίχλη που την περικάλυπτε. Δεν τράβηξε το βλέμμα του απ’ αυτήν, καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού.
Αυτό το επίμονο βλέμμα δεν είχε τίποτε ειδικά το αντρικό. Μου φάνηκε ότι, πάνω στο πρόσωπο της γυναίκας, ο Ιερώνυμος γύρευε τα γλυκά και απαλά χαρακτηριστικά του πεθαμένου του φίλου.”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...